ФОНД

орус ФОНД nedir, орус - Грек sözlük ФОНД ne demek?

фонд м 1) (денежный) το κεφάλαιο; \~ мира το ταμείο ειρήνης 2) (запас) το απόθεμα, το αποταμίευμα

фондм 1. (денежный) τό κεφάλαιο{ν}/ τό ἀπόθεμα (запас): оборотные \~ы τα κυκλοφοριακά κεφάλαια· \~ заработной плиты τό κονδύλι{ον} μισθοδοσίας· золотой \~ а) τό ἀπόθεμα σέ χρυσό, б) τό χρυσό ἀπόθεμα (тж. черен.)· 2. (ресурсы, запасы) ὁ πλοῦτος, τό ἀπόθεμα: земельный \~ οἱ γαίες, οἱ καλλιεργήσιμες γαίες, τό ἔγ-γειον κεφάλαιον семейной \~ τό ἀπόθεμα σπόρων библиотечный \~ τό ἀπόθεμα βιβλίων государственные \~ы τά κρατικά ἀποθεματικά κεφάλαια· 3. \~ы мн. эк. (ценные бумаги) τά χρεώγραφα, οἱ μετοχές.


орус - Грек sözlüğünde орус ФОНД kelimesinin Грек manası nedir? орус dilindeki ФОНД kelimesinin Грек dilindeki manasını yukarıda okuyabilirsiniz. ФОНД diğer dillerde anlamlarına aşağıdan ulaşabilirsiniz.

Was this article helpful?

93 out of 132 found this helpful