πυροβολικό(ν)
Грек πυροβολικό(ν) nedir, Грек - орус sözlük πυροβολικό(ν) ne demek?
το артиллерия;
βαρύ (ελαφρό) πυροβολικό(ν) — тяжёлая (лёгкая) артиллерия;
πυροβολικό(ν) μακρού \' ( — или μεγάλου) βεληνεκούς — дальнобойная артиллерия;
επάκτιο (πεδινό) πυροβολικό(ν) — береговая (полевая) артиллерия;
αντιαρματικό (αντιαεροπορικό) πυροβολικό(ν) — противотанковая (зенитная) артиллерия;
πυρά (ομοβροντία) πυροβολικοϋ — артиллерийский огонь (залп);
προπαρασκευή πυροβολικού — артиллерийская подготовка
το артиллерия;
βαρύ (ελαφρό) πυροβολικό(ν) — тяжёлая (лёгкая) артиллерия;
πυροβολικό(ν) μακρού \' ( — или μεγάλου) βεληνεκούς — дальнобойная артиллерия;
επάκτιο (πεδινό) πυροβολικό(ν) — береговая (полевая) артиллерия;
αντιαρματικό (αντιαεροπορικό) πυροβολικό(ν) — противотанковая (зенитная) артиллерия;
πυρά (ομοβροντία) πυροβολικοϋ — артиллерийский огонь (залп);
προπαρασκευή πυροβολικού — артиллерийская подготовка
Грек - орус sözlüğünde Грек πυροβολικό(ν) kelimesinin орус manası nedir? Грек dilindeki πυροβολικό(ν) kelimesinin орус dilindeki manasını yukarıda okuyabilirsiniz. πυροβολικό(ν) diğer dillerde anlamlarına aşağıdan ulaşabilirsiniz.
Was this article helpful?
93 out of 132 found this helpful